Η κατασκευή του Μεγάρου των Ολυμπίων (Ζαππείου)
Οι εντολές του Εθνικού Ευεργέτη σχετικά με την επιλογή του χώρου για την ανέγερση του μεγάρου των Ολυμπίων το τοποθετούσαν στην κορυφή του Παναθηναϊκού Σταδίου, από όπου «η Αυλή και οι Ελλανοδίκαι θα ηδύναντο από ευρέος εξώστου να επιβλέπωσι τους αγώνας και τας μυριάδας των περικαθημένων θεατών». Το 1869, όμως, χωροθετήθηκε μεταξύ του ναού του Ολυμπίου Διός και του τότε Ανακτορικού Κήπου, λαμβάνοντας υπόψη και την εντολή του Ζάππα το κτήριο να ευρίσκεται κατά το δυνατόν εγγύτερα στο Στάδιο. Στη συνέχεια, ο αρχιτέκτονας Αναστάσιος Θεοφιλάς κλήθηκε να αλλάξει το αρχικό σχέδιο που είχε ήδη εκπονήσει ο Φ. Μπουλανζέ. Υστερα από καθυστερήσεις, στις 20 Ιανουαρίου 1874 κατατίθεται ο θεμέλιος λίθος του Μεγάρου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 ο Κωνσταντίνος Ζάππας, σε εκτέλεση της άνω διαθήκης, αναθέτει στον Θεόφιλο Χάνσεν τη σύνταξη καινούριου σχεδίου, με την πρόθεση να κάνει εν ανάγκη θυσίες σε βάρος του ήδη οικοδομηθέντος τμήματος. Ωστόσο, οι υπόνοιες για σοβαρές οικονομικές καταχρήσεις οδήγησαν σε σοβαρές καθυστερήσεις και δύο φορές στη διακοπή των εργασιών. Τα εγκαίνια έγιναν, τελικά, με κάθε επισημότητα στις 20 Οκτωβρίου 1888. Το Μέγαρο των Ολυμπίων (Ζάππειο Μέγαρο, όπως μετονομάσθηκε κατά παράβαση της διαθήκης) είναι, σύμφωνα με την ΕΟΚ, «το πρώτο κτήριο που ανεγείρεται παγκοσμίως για την εξυπηρέτηση Ολυμπιακών αναγκών».
Σύμφωνα με τον εξάδελφό του και εκτελεστή της διαθήκης του, τον Κωνσταντίνο Ζάππα, όπως αποδεικνύεται από τον λόγο που εκφώνησε στα εγκαίνια του Μεγάρου τον Οκτώβριο του 1888: «Ο αρχηγέτης της οικογένειάς μου, ο αγαπητός μου αοίδιμος Ευαγγέλης, απεφάσισεν εξ εμπνεύσεως κλασικής να επαναφέρει εις την Ελλάδα τους αρχαίους χρόνους των Ολυμπιακών Αγώνων, υπό τους όρους και τας συνθήκας της νεωτέρας ζωής».



