Τι προβλέπουν το Σύνταγμα και οι Νόμοι
- Στο άρθρο 109 Σ προβλέπονται τα εξής: «… 1. Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλήφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης ή στην ευρύτερή της περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως νόμος ορίζει. 3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύνταξη μητρώου κληροδοτημάτων γενικά και ανά περιφέρεια, την καταγραφή και ταξινόμηση των περιουσιακών τους στοιχείων, τη διοίκηση και διαχείριση του κάθε κληροδοτήματος σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη ή δωρητή και κάθε άλλο συναφές ζήτημα…».
- Στο άρθρ. 10 ν. 4182/2013 προβλέπονται τα εξής: «… 1. Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της. 2. Αν υπάρχει αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ’ αυτού, αυτή επιλύεται από το αρμόδιο κατ’ άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δικαστήριο. 3. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο αποφαίνεται επίσης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί. Αν μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, ο τρόπος αξιοποίησης που επετράπη με αυτή κατέστη για οποιονδήποτε λόγο ανέφικτος, είναι δυνατή η αξιοποίηση της περιουσίας, σύμφωνα με τον τρόπο που περιέγραψε ο διαθέτης ή ο δωρητής, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας απόφασης, με απόφαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας που κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή εντός τριάντα (30) ημερών. 4. Η αίτηση προς το δικαστήριο υποβάλλεται από την αρμόδια αρχή, μετά από προηγούμενη ακρόαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας. Η αίτηση υποβάλλεται και από κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως. Περίληψη της υποβληθείσας αίτησης αναρτάται στην ιστοσελίδα της αρμόδιας αρχής έναν (1) τουλάχιστον μήνα πριν τη δικάσιμο και παραμένει αναρτημένη μέχρι και την προηγούμενη ημέρα της δικασίμου. Η ίδια περίληψη τοιχοκολλάται στο κατάστημα της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, του Δήμου και της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας της έδρας της διοίκησης της περιουσίας και αναρτάται στο διαδικτυακό τους τόπο…».
- Στο άρθρ. 825 ΚΠολΔ προβλέπονται τα εξής: «… Κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Εφετείου της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία. Αν η κοινωφελής περιουσία υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, αρμόδιο είναι το Εφετείο Αθηνών…».
- Ο προστατευτικός σκοπός του άρθρ. 109 Συντ. έγκειται στη διαφύλαξη του απαραβίαστου της ιδιωτικής βούλησης των υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού διαθετών και δωρητών (βλ. αναλυτικότερα Σβώλος/Σόντης, Περιουσία καταλειφθείσα χάριν κοινωφελών σκοπών, ΕΕΝ 1941.256, Ζακόπουλος, Τα εθνικά κληροδοτήματα και αι προς αυτά υποχρεώσεις της Πολιτείας (1961), σ. 496. Η συνταγματική εξέλιξη του θεσμού καταφαίνεται, ειδικότερα, ιδίως στην απαίτηση του ισχύοντος Συντάγματος για τη δια δικαστικής απόφασης μεταβολή του περιεχομένου της διαθήκης κ.λπ. Προς τούτο τα προϊσχύσαντα Συντάγματα απαιτούσαν απλώς την ψήφιση σχετικού νόμου, χωρίς να απαιτούν ειδικές δικαστικές εγγυήσεις. Συνολικά η συνταγματική προστασία των κοινωφελών κληρονομιών και δωρεών έχει εξελιχθεί προς δύο κατευθύνσεις. Σήμερα είναι αφενός ελαστικότερη ως προς τις δυνατότητες απόκλισης από τη βούληση του διαθέτη ή δωρητή και αφετέρου πληρέστερη λόγω της αναγκαιότητας της δικαστικής διάγνωσης των προϋποθέσεων της όποιας απόκλισης (βλ. αναλυτικότερα με περαιτέρω παραπομπές Λιάππης, Η κατ’ άρθρο 109 Συντ. προστασία κοινωφελούς διαθήκης ή δωρεάς στο μεταίχμιο μεταξύ Πολιτικής και Διοικητικής Δικαιοσύνης, ΘΠΔΔ 2017.410 (411-412),
ο ίδιος σε: Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης, Σύνταγμα, Κατ’ άρθρον ερμηνεία, έκδ. 2017, άρθρ. 109 αρ. 1-3, σελ. 1749-1750, πρβλ. Γαζή, Η κατά το άρθρ. 109 του Συντάγματος προστασία των δωρεών και κληροδοσιών υπέρ κοινωφελών σκοπών και το Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ν 1397/1983), ΝοΒ 1984, 988). - Κατά πάγια νομολογία η συναγόμενη από τον συνταγματικό κανόνα του άρθρ. 109 παρ. 1 Συντ. απαγόρευση της μεταβολής διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς απευθύνεται στον Νομοθέτη και τη Διοίκηση. Υπό το πρίσμα αυτό σκοπός του άρθρ. 109 παρ. 1 Συντ. είναι να διασφαλίσει τις καταλειπόμενες υπέρ κοινωφελούς σκοπού περιουσίες από τον κίνδυνο κρατικών (νομοθετικών ή διοικητικών) επεμβάσεων, που θα μετέβαλαν τον ηθελημένο από τον διαθέτη ή δωρητή κοινωφελή προορισμό τους. Κατά τη χρησιμοποιούμενη στην πάγια νομολογία
των πολιτικών δικαστηρίων διατύπωση η διάταξη του άρθρ. 109 παρ. 1 Συντ. αποβλέπει στην προστασία και την κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών εναντίον των πράξεων της Πολιτείας, ακόμη και αυτών που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο, αφού σύμφωνα με αυτή δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν η μεταβολή σκοπού, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (βλ. αναλυτικότερα Λιάππης, όπ.π., σελ. 411-412). - Ειδικότερα, στην ΟλΑΠ 1241/1979 (ΕΕΝ 1980.36 = ΝοΒ 1980.709) γίνεται δεκτό ότι: «… Επειδή, κατά τήν διάταξιν τού άρθρου 109 παρ. 1 τού ισχύοντος Συντάγματος (αντίστοιχον τής τού άρθρου 106 τού προϊσχύσαντος Συντάγματος 1952 καί τής παρ. 5 τής υπό στοιχέιον Δ’ καί απά 14.10.1935 Συντακτικής Πράξως, επαναλαβούσης τήν τό πρώτον θεσπισθείσαν σχετικήν διάταξιν διά τού άρθρου 20 τού Συντάγματος 1927) “δέν επιτρέπεται ή μεταβολή τού περιεχομένου ή τών όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς κατά τάς διατάξεις αυτής υπέρ τού δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού”. Η συνταγματική αύτη διάταξις σκοπεί τήν προστασίαν καί κατοχύρωσιν τής θελήσεως τών διαθετών καί δωρητών καί έναντι αυτών τούτων τού νομοθετικού τύπου πράξεων τής Πολιτείας, συμφώνως δέ πρός αυτήν, ευρυτέραν ούσαν τής εν άρθρω 121 τού Α.Κ. διατυπουμένης – άνευ τινός ανάγκης – σχετικής διατάξεως (αναφερομένης ειδικώτερον εις ιδρυτικάς πράξεις κοινωφελών ιδρυμάτων), δέν είναι επιτετραμένη, κατ’ αρχήν, ού μόνον διά διαταγμάτων αλλ’ ουδέ καί διά νόμου, η μεταβολή είς τό περιεχόμενον ή τούς όρους διαθηκώ
ν ή δωρεών υπέρ τού δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού, συμπεριλαμβανομένων άρα καί τών κοινωφελών ιδρυμάτων. Δύναται όμως, όλως κατ εξαίρεσιν, συμφώνως πρός τήν διάταξιν τής παρ. 2 τού αυτού άρθρου 109 τού Συντάγματος 1975 (παραλλάσσουσαν ουσιωδώς τής αντιστοίχου διατάξεως τών προϊσχυσάντων ως άνω Συνταγμάτων, ήτις επαφίετο είς τήν διά νόμου μεταβολήν), όπως επιτραπή η επωφελεστέρα αξιοποίησις η διάθεσις τής περιουσίας διά τόν αυτόν ή άλλον κοινωφελή σκοπόν υπό τάς έν αυτή προϋποθέσεις, ήτοι α) ή θέλησις τού διαθέτου ή δωρητού ( Ιδρυτού), νά μή δύναται νά πραγματοποιηθή εξ οιουδήποτε λόγου είτε καθ’ ολόκληρίαν είτε κατά τό μείζον τού περιεχομένου αυτής ή νά δύναται μέν νά πραγματοποιηθή, πλήν τούτο νά είναι εφικτόν πληρέστερον διά τής μεταβολής τής εκμεταλλεύσεως καί β) ή συνδρομή τών ανωτέρω προϋποθέσεων νά βεβαιούται διά δικαστικής αποφάσεως…». - Αντίστοιχα, στην ΑΠ 1547/2010 γίνεται δεκτό ότι: «… Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων της διαθήκης, κωδίκελου ή δωρεάς ως προς τις διατάξεις τους υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Ή συνταγματική αυτή διάταξη, που απευθύνεται κυρίως στο νομοθέτη, αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θελήσεως των διαθετών και δωρητών εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη και αυτών που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο, αφού σύμφωνα με αυτή δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν η μεταβολή σκοπού όχι μόνο με διατάγματα αλλά ούτε και με νόμο (Ολ.ΑΠ 1241/1979). Κατά τη διάταξη όμως της παρ.2 του άρθρου αυτού του Συντάγματος, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλήφθηκε ή δωρήθηκε στην περιοχή, που καθόρισε ο διαθέτης ή ο δωρητής ή στην ευρύτερη της περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, εξ ολοκλήρου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμεταλλεύσεως, όπως ορίζει ο νόμος…» (βλ. επίσης στην ίδια κατεύθυνση ΑΠ 13/2013, ΕφΠατρ 9/2017, ΕλλΔνη 2017.499, ΕφΑθ 607/2012, Νόμος, ΕφΑθ 6824/2008, ΕφΑΔ 2009.559, ΕφΑθ 2188/2008, Νόμος, ΕφΑθ 144/2006, ΧρΙΔ 2006.336).
- Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά παγίως και στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την επιπρόσθετη διάσταση ότι με την επιφύλαξη της περίπτωσης της διαπίστωσης με δικαστική απόφαση του ανέφικτου της πραγματοποίησης της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή, απαγορεύεται η μεταβολή όχι μόνον του κοινωφελούς σκοπού, στον οποίο αναφέρεται η διαθήκη ή η δωρεά, αλλά και του περιεχομένου τους και δη των περιεχομένων σε αυτές όρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ορισμοί που αφορούν στον «τρόπο διοίκησης και διαχείρισης της διατεθείσης ή δωρηθείσης περιουσίας ή της περιουσίας του Ιδρύματος.
- Αναλυτικότερα, στην ΟλΣτΕ 223/2009 γίνεται δεκτό ότι: «… Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών του Συντάγματος, επιφυλασσομένης της περιπτώσεως που διαπιστώνεται με δικαστική απόφαση το ανέφικτο της πραγματοποιήσεως της θελήσεως του διαθέτη ή δωρητή, απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, η μεταβολή όχι μόνον του κοινωφελούς σκοπού, στον οποίο αναφέρεται η διαθήκη ή η δωρεά, αλλά και των περιεχομένων σ’ αυτές όρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ορισμοί που αφορούν στον τρόπο διοικήσεως και διαχειρίσεως της υπέρ του δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού καταβληθείσας περιουσίας, όπως και στον τρόπο εκλογής των διοικητών και διαχειριστών της. Τούτο δε διότι οι ορισμοί αυτοί αποτελούν, μετά του κοινωφελούς σκοπού, ουσιώδες μέρος της βουλήσεως
του δωρητή ή διαθέτη περιουσίας υπέρ του σκοπού αυτού και, έτσι, εμπίπτουν στην συνταγματική προστασία, διασφαλιζόμενοι από τις επεμβάσεις της νομοθετικής λειτουργίας
(Ολομ. ΣτΕ 2807/2002, 400/1986)…». Τα ίδια γίνονται δεκτά και στις ΟλΣτΕ 3372/2008, 2807/2002, 400/1986, ΣτΕ 3468/2005, 808/2011, 3636/1999. - Αρχικά, κατ’ επιταγή των άνω συνταγματικών διατάξεων του άρθρ. 109 εκδόθηκε ο ν. 455/1976, ο οποίος ρύθμιζε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης σχετικά με την επίλυση αμφισβητήσεων της βούλησης του διαθέτη και την επωφελέστερη αξιοποίηση εκείνου που ο διαθέτης άφησε για κοινωφελή σκοπό. Μεταγενέστερα, δημοσιεύθηκε ο ν. 4182/2013
με τις κρίσιμες προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρ. 10. Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, αναφέρονται τα εξής: «… Στο άρθρο 10 επαναλαμβάνονται η συνταγματική επιταγή του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος περί υποχρέωσης επακριβούς τήρησης της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή, όπως δηλώνεται στη συστατική πράξη, καθώς και η διαδικασία της συνταγματικά προβλεπόμενης (109 παρ. 2 Σ) δυνατότητας επωφελέστερης αξιοποίησης της καταλειπόμενης περιουσίας, η οποία ρυθμιζόταν συμπληρωματικά από τον ν. 455/1976 … Όσον αφορά τους τρόπους επωφελέστερης αξιοποίησης, τους οποίους μπορεί να διατάξει το αρμόδιο δικαστήριο, κρίθηκε σκόπιμο να μην επαναληφθεί η ούτως ή άλλως ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 1 του ν. 455/1976. Και τούτο, διότι η συνεχώς εξελισσόμενη οικονομική και νομική πραγματικότητα διαμορφώνει συνεχώς νέους τρόπους αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων, τους οποίους οι αιτούντες μπορούν να προβάλουν, η δε κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου διαμορφώνεται με βάση το υποβληθέν σε αυτό αίτημα, με αποτέλεσμα οποιοσδήποτε εναλλακτικός τρόπος αξιοποίησης γίνεται δεκτός από το δικαστήριο να είναι πιθανός…». - Συμπερασματικά, λοιπόν, συνάγεται επί του παρόντος ως ενδιάμεσο συμπέρασμα ότι επί τη βάσει των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων, αφενός μεν αποτελεί συνταγματική επιταγή η απαρέγκλιτη τήρηση του σκοπού και των όρων του διαθέτη που καταλείπει περιουσία για κοινωφελή σκοπό, αφετέρου δε απαγορεύεται δίχως προηγουμένως να έχει εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση η μεταβολή του σκοπού και των όρων αξιοποίησης της περιουσίας του διαθέτη με απλό τυπικό νόμο.



